Εκείνοι απ’ εκεί και εμείς απ’ εδώ;

Επτά χρόνια πριν, είχα θέσει – για πρώτη φορά ίσως στη δημόσια συζήτηση – το “κρυφό ερώτημα”. Είναι πράγματι αυτό που θέλουμε η διχοτόμηση; Αυτό που μόνιμα μας έλεγε ο Ντενκτας και περιελάβανε το σχέδιο του Νιχάτ Ερίμ; Ένα κράτος – μισό μεν – αλλά ολότελα δικό μας;

Η συζήτηση αυτή έχει καθυστερήσει. Η ανυπαρξία της δε, έδωσε την ευκαιρία σε ουτοπίες, ευσεβοποθισμούς και πολιτικά παιγνίδια να “κρύψουν” το άβολο μεν αλλά βασανιστικό ερώτημα. Ασχολούμαστε με κοκορομαχίες και άγονες αντιπαραθέσεις για να στρουθοκαμηλίσουμε την ουσία.

Η σημερινή πραγματικότητα είναι απλή:

– Εμείς, προχωράμε τις ζωές μας, που πλέον βελτιώνονται, αλλά και τις περιφερειακές συνεργασίες και τους ενεργειακούς σχεδιασμούς μας, με σθεναρές – προς το παρόν – πλάτες.

– Τα κατεχόμενα εξισλαμίζονται ραγδαία, όπως ραγδαία είναι η ανάπτυξη στις κατεχόμενες περιουσίες μας. Το κοσμοπολίτικο Τουρκοκυπριακό στοιχείο βρίσκεται υπό καθαρή απειλή.

– Η Τουρκία ξεκίνησε ήδη την “κωλοτούμπα” για να τα βρει με τους δυτικούς. Την έχουν γονατίσει οικονομικά και δεν αντέχει άλλο. Θα αντιμετωπίσει, σε πρώτο στάδιο, τις δικές μας ενέργειες με δικές της γεωτρήσεις στην ΑΟΖ μας και θα παρεμποδίσει, όπως μπορεί, μέχρι να δει πως θα χειριστεί και τα υπόλοιπα θέματά της, αλλά και τι θα βρούμε εμείς.

– Όλοι οι ξένοι μπορούν – επί του παρόντος – να βολευτούν. Οι ΗΠΑ ψάχνουν στην περιοχή νέες αποτελεσματικές συμμαχίες, χωρίς όμως ποτέ να παραγνωρίζουν την σημασία της Τουρκίας. Η ΕΕ ψάχνει εναλλακτική ενεργειακή τροφοδοσία, ενώ η προσέγγιση με την Τουρκία κάθε άλλο παρά ελκυστική είναι στη σημερινή Ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Η Ρωσία, επίσης νοιώθει πιο άνετα με άλυτο το Κυπριακό, παρά με την Κύπρο ξεκάθαρα στη σφαίρα της δυτικής επιρροής. Οι Βρετανοί τέλος, έχουν πολύ πιο σοβαρά και υπαρξιακά προβλήματα να χειριστούν αυτή τη στιγμή.


Έχει πολύ βάση η θέση ότι «παίζουμε στις καθυστερήσεις» του Κυπριακού. Το θέμα όμως είναι ότι δεν βλέπουμε ματς. Και δεν το βλέπουμε, από την ώρα που κανείς δεν δείχνει πρόθυμος να πάρει την μπάλα για να παίξει.


Σήμερα, λοιπόν, κανείς δεν δείχνει να “καίγεται” για το Κυπριακό. Ούτε εντός, ούτε και εκτός Κύπρου. Εντός Κύπρου – και οι δύο κοινότητες – δείχνουμε απαθείς. Και οι δύο δηλώνουμε έτοιμοι μεν, αλλά εμφανιζόμαστε να είμαστε στον δικό μας επίπλαστο κόσμο και σχετικά «αρακτοί» σε ότι αφορά το εθνικό μας πρόβλημα.

Εκτός, ο διεθνής παράγοντας έχει πολύ πιο επείγοντα προβλήματα να θέσει ως προτεραιότητα, παρά να ξαναμπεί στην περιπέτεια ενός ζητήματος, του οποίου σήμερα οι εντάσεις δείχνουν «ελεγχόμενες». Όπως απρόθυμος δείχνει και ο ΓΓ του ΟΗΕ. Το πρόβλημα με την ΟΥΝΦΙΚΥΠ θα αντιμετωπιστεί, για κάποιο τουλάχιστον χρόνο ακόμη.

Όλοι αναγνωρίζουν ότι με την υπάρχουσα κατάσταση μπορεί να προκύψουν στο μέλλον σοβαρά προβλήματα, ιδιαίτερα εάν η Τουρκία εκτραχυνθεί. Δεν τα έχουν όμως σήμερα μπροστά τους και δεν θα είναι οι ίδιοι τα πρώτα θύματα μιας τέτοιας μελλοντικής συμπεριφοράς. Θα είμαστε εμείς.

Έχω προβλέψει εδώ και πάρα πολύ καιρό, ότι η Τουρκία θα τα βρει με την δύση, χωρίς όμως να αποκτήσει τη σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε στο παρελθόν. ΗΠΑ και ΕΕ θα εξακολουθήσουν να θέλουν αξιόπιστες εναλλακτικές συμμαχίες στην περιοχή. Θα είναι όμως το Κυπριακό στην ατζέντα την ώρα που Τουρκία και δύση θα τα βρίσκουν και θα δημιουργηθούν ευκαιρίες; Όπως είναι σήμερα τα πράγματα, όχι. Εκτός εάν τα πράγματα αλλάξουν.

Έχει πολύ βάση η θέση ότι «παίζουμε στις καθυστερήσεις» του Κυπριακού. Το θέμα όμως είναι ότι δεν βλέπουμε ματς. Και δεν το βλέπουμε, από την ώρα που κανείς δεν δείχνει πρόθυμος να πάρει την μπάλα για να παίξει.

Και όταν δεν παίζεται ματς, δεν γίνεται και τίποτα. Με την διχοτόμηση να παγιώνεται και να εμπεδώνεται σαν φρούτο που ωρίμασε και είναι έτοιμο να πέσει από το δέντρο.

Εάν πράγματι θέλουμε την απαλλαγή της πατρίδας μας από την Τουρκία και την κατοχή, τότε θα πρέπει να δώσουμε ευθεία απάντηση, με πράξεις, στο εύλογο ερώτημα που θα έθετε κάθε ξένος διπλωμάτης: «Γιατί να ασχοληθώ εγώ με το Κυπριακό από την ώρα που οι Κύπριοι δεν καίγεστε και όλοι οι υπόλοιποι κάνουμε τη δουλειά μας;».

Εάν από την άλλη θέλουμε το – μισό μεν – αλλά ολότελα δικό μας κράτος, τότε θα πρέπει επιτέλους να το κουβεντιάσουμε. Γιατί εάν το αφήσουμε, θα το βρούμε κάποια μέρα μπροστά μας, με την Τουρκία να κρατά από πάνω και την σαντιγύ του νυν συντάγματός μας.

Στο τέλος της ημέρας, το δίλημμα είναι απλό. Ολόκληρη η Κύπρος μοιράζοντας πράγματα μαζί με τους Τουρκοκυπρίους, ή μισή Κύπρος χωρίς αυτούς;

Προσωπικά, το έχω δηλώσει και επιμένω: Ούτε μισή πατρίδα χαρίζω στην Τουρκία για να έχω – δήθεν – το κεφάλι μου ήσυχο, ούτε και νοιώθω ασφάλεια και άνεση να έχουμε σε αυτή τη μικρή χώρα σύνορα με την Τουρκία και τον Τουρκικό στρατό, τους εποίκους και τις πολιτικές της Τουρκίας ανεμπόδιστες εντός της Κύπρου. Αλλά αυτό είναι προσωπική μου άποψη. Και άποψη σε αυτό το θέμα, οφείλει να αποκτήσει ο καθένας μας. Ο κάθε πολίτης αυτής της χώρας. Να αποφασίσουμε τι επιτέλους θέλουμε. Χωρίς να συνεχίσουμε να κρυβόμαστε πίσω από κυβερνήσεις, κόμματα, πολιτικές καριέρες, αλλά και κενά περιεχομένου συνθήματα, που δεν αφορούν κανένα εκτός από τον μικρόκοσμό μας.

ΥΓ: Το “κάρτ ποστάλ” πιο πάνω χρησιμοποιήθηκε στις βουλευτικές εκλογές του 2011.

Posted in Uncategorized.

Leave a Reply

Your email address will not be published.